Παθήσεις

Ιωάννης Πασατάς – Επεμβατικός Καρδιολόγος
Παθήσεις

Στεφανιαία νόσος

Είναι μια συχνή πάθηση η οποία αφορά στα αιμοφόρα αγγεία της καρδιάς (αρτηρίες), τα οποία της παρέχουν οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά. Προκαλείται όταν αυτά στενεύουν ή αποφράσσονται από τη συσσώρευση αθηρωματικής πλάκας , με αποτέλεσμα τη μειωμένη ροή  αίματος στην καρδιά. Έτσι ο ασθενής εμφανίζει στηθάγχη (πόνος στο στήθος) ή ακόμη και οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η διάγνωση της στεφανιαίας νόσου βασίζεται στη λήψη ιστορικού από τον καρδιολόγο καθώς και σε μια σειρά εξετάσεων στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ο ασθενής, κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού. Όταν τεθεί η υπόνοια της νόσου ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε κλασική στεφανιογραφία, με βάση την οποία θα αποφασιστεί και ο τρόπος αντιμετώπισης.

Μετά από τη στεφανιογραφία υπάρχουν τρεις πιθανότητες:
  1. Ύπαρξη μικρού βαθμού στενώσεων οι οποίες αντιμετωπίζονται συντηρητικά, με φαρμακευτική αγωγή και αλλαγές στον τρόπο ζωής.
  2. Ύπαρξη σημαντικών στενώσεων οι οποίες αντιμετωπίζονται με αγγειοπλαστική (μπαλονάκι-τοποθέτηση stent).
  3. Ύπαρξη σοβαρών στενώσεων σε πολλά σημεία των αγγείων ή και σε όλα τα αγγεία της καρδιάς, οπότε σε αυτή την περίπτωση η αντιμετώπιση συνήθως είναι χειρουργική (By pass).

H τελική απόφαση για την αντιμετώπιση της νόσου βασίζεται στην εικόνα της στεφανιογραφίας, στην κλινική κατάσταση του ασθενούς, καθώς και στις λοιπές παθήσεις που τυχόν συνυπάρχουν και λαμβάνεται πάντα με γνώμονα το μακροπρόθεσμο όφελος για την υγεία του. Στην τελική λήψη της απόφασης, μετά από λεπτομερή ενημέρωση, τον πρώτο λόγο έχει ο ασθενής.

Η προοδευτική στένωση της αρτηρίας από τη συσσώρευση αθηρωματικής πλάκας

Δεξιά φαίνεται ο θρόμβος που κλείνει την αρτηρία και αριστερά η νέκρωση της καρδιάς

Παθήσεις

Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου

Είναι η χειρότερη μορφή εκδήλωσης της στεφανιαίας νόσου. Είναι μια κατάσταση απειλητική για την υγεία και τη ζωή του ασθενούς και χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Συμβαίνει όταν η ροή του αίματος σε μια περιοχή της καρδιάς σταματάει αιφνιδίως, συνήθως λόγω απόφραξης της αρτηρίας από κάποιο θρόμβο αίματος.

Ο ασθενής αισθάνεται πόνο στο στήθος, την πλάτη, το στομάχι, την κάτω γνάθο ή και τα άνω άκρα, έχει δύσπνοια, έχει τάση προς έμετο, εμφανίζει εφίδρωση, συμπτώματα που με την πάροδο του χρόνου χειροτερεύουν.

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική συμπτωματολογία και σε μια σειρά εξετάσεων (Ηλεκτροκαρδιογράφημα, Εξετάσεις αίματος όπως η τροπονίνη και τα υπόλοιπα μυοκαρδιακά ένζυμα). Ο ασθενής μετά τη διάγνωση πρέπει άμεσα να υποβληθεί σε στεφανιογραφία και ακολούθως σε αγγειοπλαστική (πρωτογενής αγγειοπλαστική), για να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη του μυοκαρδίου.

Περισσότερα

Μετά από μια καρδιακή προσβολή είναι σημαντική η αλλαγή στον τρόπο ζωής. Αλλαγές στη διατροφή, άσκηση, διακοπή καπνίσματος, επιμελής λήψη της φαρμακευτικής αγωγής και  τακτική καρδιολογική παρακολούθηση είναι κάποια σημαντικά μέτρα δευτερογενούς πρόληψης που πρέπει να λάβει ο ασθενής, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος επαναλαμβανόμενων καρδιακών επεισοδίων στο μέλλον.

Παθήσεις

Βαλβιδοπάθειες

Είναι οι παθήσεις των βαλβίδων της καρδιάς. Οι καρδιακές βαλβίδες είναι τέσσερις (αορτική, μιτροειδής, πνευμονική, τριγλώχινα) και ρυθμίζουν την ροή του αίματος μεταξύ των καρδιακών κοιλοτήτων και των μεγάλων αγγείων της καρδιάς (αορτή, πνευμονική αρτηρία).

Οι παθήσεις των βαλβίδων είναι η στένωση (μη καλή διάνοιξη), η ανεπάρκεια (μη καλή σύγκλειση) και η μικτή νόσος (στένωση και ανεπάρκεια ταυτόχρονα).

Οι βαλβιδοπάθειες διαχωρίζονται σε οργανικές (βλάβη της ίδιας της βαλβίδας), λειτουργικές (βλάβη στη βαλβίδα λόγω διάτασης κάποιας κοιλότητας της καρδιάς) και συγγενείς (εκ γενετής).

Οι πιο συνηθισμένες βαλβιδοπάθειες είναι η στένωση και η ανεπάρκεια της αορτικής βαλβίδας, η ανεπάρκεια της μιτροειδούς και η ανεπάρκεια της τριγλώχινας βαλβίδας.

1. Στένωση αορτικής βαλβίδος

Η αορτική βαλβίδα αποτελείται από τρεις πτυχές (τρίπτυχη) και ρυθμίζει τη ροή του αίματος προς την αορτή. Με αυτό τον τρόπο το αίμα διοχετεύεται από την καρδία προς το υπόλοιπο σώμα και τον εγκέφαλο. Η στένωση της βαλβίδας δημιουργείται όταν περιορίζεται η διάνοιξη της από οποιοδήποτε αίτιο (επασβεστώσεις, συγγενής στένωση, ενδοκαρδίτιδα κα). Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η ροή του αίματος προς το υπόλοιπο σώμα. Τα συμπτώματα είναι η δύσπνοια, η στηθάγχη, η συγκοπή, αίσθημα παλμών. Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο υπερηχογράφημα καρδιάς. Η αντιμετώπιση μπορεί να είναι ελάχιστα επεμβατική (TAVI) ή χειρουργική (αντικατάσταση βαλβίδας με ανοιχτό χειρουργείο). Με την εμφάνιση των συμπτωμάτων η κατάσταση θεωρείται ήδη προχωρημένη και ο ασθενής πρέπει να συζητήσει με το γιατρό του ποια επιλογή είναι η κατάλληλη θεραπεία.

2. Ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδας

Προκαλείται λόγω ατελούς σύγκλεισης των πτυχών της βαλβίδας από οποιοδήποτε αίτιο (δίπτυχη αορτική βαλβίδα, διάταση της αορτής, εκφύλιση, ενδοκαρδίτιδα). Το αποτέλεσμα είναι η αριστερά κοιλία να δέχεται αυξημένο όγκο αίματος, κατάσταση που οδηγεί στη διάταση της και προοδευτικά σε καρδιακή ανεπάρκεια. Τα συμπτώματα είναι αυτά της καρδιακής ανεπάρκειας: δύσπνοια, εύκολη κόπωση, οιδήματα κάτω άκρων, αίσθημα παλμών. Η διάγνωση τίθεται με το υπερηχογράφημα. Η αντιμετώπιση στα αρχικά στάδια είναι φαρμακευτική και σε προχωρημένες καταστάσεις χειρουργική (αντικατάσταση της βαλβίδας με ανοιχτό χειρουργείο)

3. Ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας

Η μιτροειδής βαλβίδα βρίσκεται ανάμεσα στην αριστερά κοιλία και τον αριστερό κόλπο. Ρυθμίζει τη ροή του αίματος σε αυτές τις δύο κοιλότητες. Αποτελείται από δύο γλωχίνες (πτυχές) οι οποίες λειτουργούν με τη βοήθεια θηλοειδών μυών και τενόντιων χορδών. Ανατομικά η κατασκευή της βαλβίδας θεωρείται σύνθετη. Η ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας προκαλείται από ατελή σύγκλειση των γλωχίνων της από οποιοδήποτε αίτιο (δυσλειτουργία θηλοειδούς μυός, διάταση του δακτυλίου της βαλβίδας, πρόπτωση της βαλβίδας, ενδοκαρδίτιδα). Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια, εύκολη κόπωση, οιδήματα κάτω άκρων, αίσθημα παλμών (κολπική μαρμαρυγή). Η αντιμετώπιση στα αρχικά στάδια είναι φαρμακευτική και σε προχωρημένες καταστάσεις χειρουργική (ανοιχτό χειρουργείο ή θωρακοσκοπικό χειρουργείο μέσω μικρών οπών)

4. Ανεπάρκεια τριγλώχινας βαλβίδας

Η τριγλώχινα βαλβίδα βρίσκεται ανάμεσα στη δεξιά κοιλία και το δεξιό κόλπο και ρυθμίζει τη ροή του αίματος σ’ αυτές τις δύο κοιλότητες. Αποτελείται από τρεις γλωχίνες. Η ανεπάρκεια της βαλβίδας προκαλείται από ατελή σύγκλειση των γλωχίνων της από οποιοδήποτε αίτιο. Συνήθως είναι δευτεροπαθής και οφείλεται σε διάταση των δεξιών κοιλοτήτων λόγω παθήσεων των αριστερών βαλβίδων της καρδιάς (αορτική, μιτροειδής). Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια, οιδήματα κάτω άκρων, ασκιτική συλλογή. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως φαρμακευτική.

Παθήσεις

Κολπική μαρμαρυγή

Η κολπική μαρμαρυγή είναι μια συνηθισμένη αρρυθμία, ιδίως στις ηλικίες άνω των 65 ετών. Χαρακτηρίζεται από ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς. Συνήθως συνοδεύεται από ταχυκαρδία. Λόγω μη καλού συγχρονισμού κόλπων και κοιλιών της καρδιάς δημιουργούνται συνθήκες οι οποίες ευνοούν την πρόκληση εγκεφαλικού επεισοδίου, άλλων θρομβοεμβολικών επεισοδίων και καρδιακής ανεπάρκειας.

Τα αίτια της κολπικής μαρμαρυγής είναι: η προχωρημένη ηλικία, το φύλο (πιο συχνή στις γυναίκες), η αρτηριακή υπέρταση,  ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, δομικές καρδιακές παθήσεις όπως οι βαλβιδοπάθειες και η στεφανιαία νόσος.

Περισσότερα

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία, ζάλη, δύσπνοια, πόνο στο στήθος, εύκολη κόπωση. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να είναι και ασυμπτωματικοί.

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και άλλες συσκευές καταγραφής του καρδιακού ρυθμού (Holter ρυθμού, smart watches κα).

Η αντιμετώπιση γίνεται σε τρεις άξονες:

  1. Έλεγχος του καρδιακού ρυθμού με φάρμακα,
  2. Αποκατάσταση του φυσιολογικού ρυθμού της καρδιάς (φλεβοκομβικός ρυθμός) με φάρμακα, ηλεκτρική ανάταξη ή επεμβατικά με ablation (κατάλυση),
  3. Μείωση του κινδύνου επιπλοκών (εγκεφαλικό επεισόδιο) με τη χορήγηση αντιπηκτικών φαρμάκων όπου απαιτούνται.

Επίσης, είναι σημαντική από την πλευρά του ασθενούς η αλλαγή στον τρόπο ζωής (άσκηση, βελτίωση της διατροφής, απώλεια βάρους, διακοπή καπνίσματος, έλεγχος αρτηριακής πίεσης και σακχάρου) και η τακτική καρδιολογική παρακολούθηση.

Παθήσεις

Αρτηριακή Υπέρταση

Είναι η αυξημένη πίεση του αίματος στο εσωτερικό του τοιχώματος των μεγάλων αρτηριών του σώματος. Ορίζεται ως η σταθερά αυξημένη συστολική πίεση πάνω από 140mm Hg ή/και διαστολική πίεση πάνω από 90mm Hg. Είναι η πιο διαδεδομένη ασθένεια στις δυτικές χώρες και αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες πρόκλησης ασθενειών όπως: στεφανιαία νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Η διάγνωση βασίζεται σε πολλαπλές μετρήσεις που πρέπει να γίνονται για συνεχόμενες ημέρες, κατόπιν υπόδειξης του θεράποντος ιατρού, με υδραργυρικό ή ηλεκτρονικό πιεσόμετρο. Μετά τη διάγνωση της υπέρτασης πρέπει να γίνεται έλεγχος των οργάνων-στόχων (καρδιά, νεφρός, οφθαλμός, εγκέφαλος) προς ανεύρεση πιθανών επιπλοκών.

Η θεραπεία, ανάλογα με το στάδιο της νόσου, βασίζεται σε αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη διατροφή (περιορισμός πρόσληψης άλατος, άσκηση, απώλεια βάρους) καθώς και στη λήψη αντιϋπερτασικών φαρμάκων.

Οι επιπλοκές της υπέρτασης στα όργανα – στόχους

Τα αίτια της υπέρτασης

Παθήσεις

Καρδιακή ανεπάρκεια

Καρδιακή ανεπάρκεια είναι το κλινικό σύνδρομο κατά το οποίο η καρδιά δυσκολεύεται να ασκήσει το έργο της, την αιμάτωση δηλαδή των οργάνων, ώστε να ικανοποιηθούν οι μεταβολικές ανάγκες των κυττάρων του οργανισμού.

Με βάση την χρονική εξέλιξη υπάρχει η οξεία καρδιακή ανεπάρκεια στην οποία ο ασθενής εμφανίζει αιφνιδίως συμπτώματα και η χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια στην οποία τα συμπτώματα εμφανίζονται σταδιακά.

Τα αίτια είναι πολλά με σημαντικότερα εξ αυτών τη στεφανιαία νόσο και το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, την αρτηριακή υπέρταση, τις βαλβιδοπάθειες και την κολπική μαρμαρυγή.

Η διάγνωση του συνδρόμου είναι κυρίως κλινική και βασίζεται στη συμπτωματολογία του ασθενούς. Τα συμπτώματα είναι η δύσπνοια στην κόπωση η οποία σταδιακά εμφανίζεται και στην ηρεμία, η ορθόπνοια (η διευκόλυνση της αναπνοής στην όρθια θέση η οποία αναγκάζει τον ασθενή να κοιμάται με 2-3 μαξιλάρια ή και καθιστός) η εύκολη κόπωση, τα οιδήματα των κάτω άκρων, ο ασκίτης (συλλογή υγρού στην κοιλιακή χώρα). Επί κλινικής υποψίας πάντα πρέπει να γίνεται καρδιολογική εκτίμηση στην οποία θα πραγματοποιηθεί ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς και άλλες εξετάσεις εφόσον κριθούν απαραίτητες από τον θεράποντα ιατρό.

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής (σημαντικός περιορισμός ή και διακοπή πρόσληψης άλατος, περιορισμός πρόσληψης υγρών), φαρμακευτική αγωγή και επεμβατικές θεραπείες σε προχωρημένα στάδια (εμφύτευση απινιδωτή, συσκευή υποβοήθησης LVAD, μεταμόσχευση καρδιάς)